14 July 2008

Βιβλία, βιβλία

Στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας δημοσιεύτηκε στις 9/11/2007 η ακόλουθη κριτική για τη μετάφραση ενός βιβλίου του Νίτσε, το οποίο στα ελληνικά πολιτογραφήθηκε με τον τίτλο «ο Αντίχριστος», ενώ στα γερμανικά έχει τίτλο «der Antichrist» που σημαίνει «ο Αντι-χριστιανός» (Christ σημαίνει χριστιανός, ο Χριστός είναι Christus).
Σε επόμενες αναρτήσεις θα ανεβάσω μερικά αποσπάσματα από το συγκεκριμένο, πάντα επίκαιρο βιβλίο αυτού του σημαντικού Γερμανού διανοητή.


Μια θανάσιμη μορφή έχθρας

Πώς ο Χριστιανισμός αγνόησε τόσο την πραγματικότητα όσο και τις υψηλές αξίες...

Friedrich Nietsche:
Ο Αντίχριστος, Ανάθεμα κατά του Χριστιανισμού
Μετάφρ.: Βαγγέλης Δουλαβέρης
Εκδόσεις «ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑ»

Η δημιουργική ζωή του Νίτσε (1844-1900) βρίσκεται το 1888 στο αποκορύφωμά της. Μέσα σ' αυτό το έτος ο συγγραφέας τού «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» (1885) και του «Πέραν του καλού και του κακού» (1886) έγραψε τα πιο σημαντικά του έργα. Τότε έγραψε τον «Αντίχριστο», αλλά και την «Περίπτωση Βάγκνερ», το «Διθύραμβοι του Διόνυσου», το «Ιδε ο άνθρωπος». Το επόμενο έτος ο σκοτεινός Γερμανός φιλόσοφος, με πολωνικές ρίζες αριστοκρατικής καταγωγής, προσθέτει στις σοβαρές ασθένειες που τον ταλαιπωρούσαν την πιο φοβερή. Κυριεύεται από την τρέλα. Εντεκα χρόνια αργότερα, το 1900, ανήμπορος και χωρίς να επικοινωνεί με το περιβάλλον, αφήνει την τελευταία του πνοή στη Βαϊμάρη. Πεθαίνει ανίκανος να κατανοήσει τα συμβαίνοντα ο φιλόσοφος που θεοποίησε τη «Χαρούμενη Επιστήμη» (1882), ο άνθρωπος που ύμνησε τη βούληση για δύναμη.


Η τραγικότητα της φιλοσοφίας του δεν μπόρεσε να αποστασιοποιηθεί από την τραγικότητα της προσωπικής του ιστορίας. Ιστορία που συνοδεύτηκε από μια ασύμβατη και γεμάτη προκλήσεις στο κατεστημένο σκέψη. Η τρέλα πλήρωσε με θάνατο τα εγκώμια που η σκέψη του φιλοσόφου είχε πλέξει στην τρέλα για ζωή. Ο Νίτσε, ένας φιλόσοφος που ύμνησε την ένωση του απολλώνιου με το διονυσιακό στοιχείο, που έπλεξε το εγκώμιο της αρρώστιας και της γνώσης, αφέθηκε στην αιώνια χειμερία νάρκη, στην οποία ρίχνει τον άνθρωπο ο έρωτας του μοιραίου. Η ζωή και ο θάνατος του Νίτσε αποδεικνύουν, σε ακραίο βεβαίως βαθμό, πως δεν υπάρχουν χαρούμενες ζωές για όσους επιλέγουν να θυσιάζουν στον βωμό της σκέψης και της γνώσης. Ο άνθρωπος που ύμνησε τη χαρά ζούσε μέσα στη διαρκή δυστυχία. Η μόνη παρηγοριά γι' αυτή τη μοίρα της σκέψης είναι η ρήση του Μιλ, πως είναι καλύτερα να είναι κανείς «δυστυχισμένος Σωκράτης παρά ευτυχισμένο γουρούνι».

Ο Νίτσε είναι εκείνος ο φιλόσοφος τον οποίο κατά καιρούς οι ισχυροί, αλλά και όσοι αντιστέκονται στους ισχυρούς θέλησαν να τον συμπεριλάβουν στους μέντορές τους. Σ' αυτούς συμπεριλαμβάνονται η ιμπεριαλιστική Γερμανία στα τέλη του 19ου αιώνα, η χιτλερική Γερμανία, αλλά και ο Μάης του '68, και μετά το 1980 οι εκπρόσωποι της μετανεωτερικής σκέψης, ενώ τα τελευταία χρόνια τον διεκδικεί η φιλοσοφία του πραγματισμού. Πολλοί επιχείρησαν να αποδείξουν πως ο Νίτσε δεν είναι το ένα ή το άλλο, έτσι όμως απορρίπτουν τον πυρήνα της σκέψης του, ο οποίος υποστηρίζει πως δεν υπάρχει στατική αλήθεια. Αν υπάρχει αλήθεια, αυτή κινείται σαν εξωτική πεταλούδα και ποτέ δεν πέφτει στο διχτάκι του κυνηγού της, που δεν είναι άλλος από τον σκεπτόμενο άνθρωπο. Ο Νίτσε επιδίωξε την πολυσημία και την πολυερμηνεία. Η διαφορά του όμως από τον μετανεωτερικό χυλό βρίσκεται στην πεπο
ίθησή του πως η αλήθεια υπάρχει επειδή κινείται. Αυτό που σ' ένα ιστορικό πλαίσιο είναι η σημερινή αλήθεια, μπορεί αύριο, σε άλλες συνθήκες και με άλλους ανθρώπους, να είναι ψεύδος. Αυτό, ακόμη και αν θεωρηθεί σχετικισμός, είναι ένας ιστορικός και όχι ένας αφαιρετικός σχετικισμός.

Η γενίκευση της νεωτερικότητας, η ομαδοποίηση των πεποιθήσεων και η μαζικοποίηση των ιδεών είναι οι θανάσιμοι εχθροί του φιλοσόφου. Ετσι ξεκινάει και την κριτική του στον Χριστιανισμό. Οταν οι λαοί παύουν να έχουν τους θεούς που αρμόζουν στον καθένα και αποκτούν όλοι οι λαοί τον ίδιο θεό, το μόνο που τους αξίζει να αναμένουν είναι η παρακμή. Ο Χριστιανισμός, ως θρησκεία που απευθύνεται σε όλους, ως θρησκεία που παραβιάζει την αρχή της ιεραρχίας, ως παρηγοριά των ανήμπορων και των φτωχών, ως αμφισβήτηση της ανωτερότητας της αριστοκρατίας, δεν μπορεί παρά να είναι έκφραση μιας παρακμιακής πορείας της ανθρωπότητας.

Η παρακμή και οι παρακμιακοί σβήνουν τη βούληση για δύναμη και την αντικαθιστούν με τη συμπόνια. Η τελευταία αποτελεί το όπλο των αδυνάμων. Μόνον όσοι αντιπαθούν τη ζωή, όπως ο Σοπενχάουερ, μετατρέπουν τη συμπόνια σε αρετή.

Η ηθική και η συμπόνια αποτελούν τα όπλα του Χριστιανισμού στην προσπάθεια που καταβάλλει να αντικαταστήσει την αριστοκρατική και υγιή ιεραρχία με την αρρωστημένη ιεραρχία και εξουσία του ιερατείου. Ο Νίτσε κατηγορεί αυτό το ιερατείο πως χρησιμοποιεί και διαστρέφει τον Ιησού για να διδάξει την υποταγή, χρησιμοποιεί τη συμπόνια για να στηρίξει τη νίκη των «αντιδραστικών» έναντι της υπεροχής των αριστοκρατών. Οι αντιδραστικοί θεωρούν πως η αδυναμία τους είναι το καλό.

Στόχος του νιτσεϊκού Αντίχριστου δεν είναι ο Χριστός. Αντιθέτως γι' αυτόν, ο Ιησούς μεταδίδει ένα χαρμόσυνο άγγελμα, το οποίο οι ευαγγελιστές, ο Παύλος και το ιερατείο μετέτρεψαν σε ύμνο της άρνησης της ζωής. Ο Ιησούς είναι ο μεγάλος συμβολιστής, ο οποίος δίδασκε πως η Λύτρωση και ο Παράδεισος είναι επίγεια ανθρώπινα συναισθήματα. Η «Βασιλεία των Ουρανών» είναι μια κατάσταση της καρδιάς και όχι κάτι που βρίσκεται στο επέκεινα. Η κληρονομιά που άφησε ο Ιησούς είναι η πράξη. Αυτή έγκειται στην αποκήρυξη εκ μέρους του Ιησού της αντίστασης και στην αδιαφορία για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του.

Ολα αυτά ο ιερέας τα απαξιώνει. «Η ιστορία του Χριστιανισμού είναι η ιστορία μιας χονδροειδέστατης παρερμηνείας του πρωταρχικού συμβολισμού» (παρ. 37). Ο Χριστιανισμός, και όχι ο Ιησούς, κατηγορείται πως απαξιώνει τη φύση και διαγράφει τη φυσική αιτιότητα. Η ανυπακοή στις ανοησίες και στα συμφέροντα του ιερέα ονομάζεται αμαρτία. «Η αμαρτία επινοήθηκε για να καταστήσει ανέφικτη τη γνώση, την επιστήμη, την πνευματική καλλιέργεια και κάθε ανθρώπινη εξύψωση και ευγένεια» (παρ. 49). Οποιος γνωρίζει πόσο βαθύ -ιδιαίτερα στους Καθολικούς- είναι το στίγμα του mea culpa, του «αμάρτησα, πολύ βαθιά αμάρτησα», κατανοεί πόσο μεγάλη αξία έχει η κριτική ενός δόγματος που αλυσοδένει τον άνθρωπο με τα δεσμά της ενοχής. Ο θεός συγχωρεί τους μετανοούντες, όσους δηλαδή υποτάσσονται στη θέληση του ιερέα. Ποτέ άλλος υποστηρικτής της προόδου δεν άσκησε πιο δριμεία κριτική κατά των ιδεολογιών που ανακόπτουν την ανθρώπινη πρόοδο, απ' όση ο Νίτσε, ο οποίος ταυτοχρόνως ρητά αρνούνταν την ύπαρξη μιας γενικής προόδου.

Ο Νίτσε αντιστρέφοντας τη σοπενχαουερική έννοια της βούλησης από παραίτηση σε απόλυτη κατάφαση κάνει έναν πλήρη κύκλο και συναντά τον Φίχτε, του οποίου η βούληση του απόλυτου εγώ εξέφραζε την ανασυγκρότηση της χαμένης ενότητας της εμπειρικής βούλησης με το μη εγώ. Βεβαίως στον Νίτσε αυτή η αντιστροφή, αφενός, δεν έχει, όπως στον Φίχτε, τελεολογικό χαρακτήρα και αφετέρου, αποτελεί μια επιστροφή στον ανορθολογικό και παντοδύναμο νομιναλιστικό Θεό, ο οποίος εμφανίζεται με τη μορφή του Διόνυσου.

Ο Νίτσε τελικά, αντί της αδύναμης και εχθρικής βούλησης για ζωή του Σοπενχάουερ, προτείνει τη βούληση για δύναμη, η οποία, όχι μόνο δεν είναι εχθρική προς τον άνθρωπο, αλλά τον εξευγενίζει. Προσπαθεί έτσι να αναδείξει εκείνο το ον που λέει ναι στη ζωή, παρά την τραγικότητά της. Ο Λόγος και η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν μπορούν να εκπροσωπήσουν αυτή τη δύναμη και να άρουν τις αντιφάσεις του τραγικού. Διαφωνούμε, αλλά υποκλινόμαστε στο μεγαλείο αυτής της σκέψης.

Τελικά η χριστιανοσύνη είναι για τον Νίτσε μια θανάσιμη μορφή έχθρας κατά της πραγματικότητας και των υψηλών αξιών. Αυτός είναι ο κατά Νίτσε Αντίχριστος, ο οποίος, όπως πολύ σωστά τονίζει ο μεταφραστής στα προλεγόμενά του, μάλλον θα έπρεπε να ονομαστεί ο Αντιχριστιανός. Η άψογη έκδοση, όπως είναι όλες του συγκεκριμένου εκδοτικού οίκου, εμπλουτίζεται από την εισαγωγή του καθηγητή Κων/νου Δεληκωσταντή, το επίμετρο του καθηγητή Κων/νου Μπελέζου και από τα προαναφερθέντα προλεγόμενα, τις σημειώσεις και το γλωσσάριο του μεταφραστή Βαγγέλη Δουβαλέρη.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΙΑΚΑΝΤΑΡΗΣ